Archive for March 2008

Γιατί η Ουγγαρία και η Βουλγαρία Αναγνωρίζουν το Κόσσοβο;

March 29, 2008

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
Από την ειδησεογραφία της 21-3-2008 πληροφορηθήκαμε ότι 4 χώρες γειτονικές προς την ταραγμένη περιοχή του Κοσσόβου αποφάσισαν να αναγνωρίσουν την μονομερή ανεξαρτησία που ανακήρυξε η αλβανική πλειοψηφία. Πρόκειται για την Σλοβενία, την Κροατία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία. Ας μελετήσουμε κάπως πιο προσεκτικά τις 4 αυτές αναγνωρίσεις για να εξαγάγουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, ιδίως από τις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Θυμίζουμε πάντως ότι η Ελλάς, η Κύπρος, η Ρουμανία και η Ισπανία παραμένουν σταθερές στη ΜΗ αναγνώριση σεβόμενες το Διεθνές Δίκαιο, την Συμφωνία του Ελσίνκι και τις ισορροπίες της βαλκανικής διακεκαυμένης ζώνης. Εξ άλλου η Κίνα και η Ρωσία, μόνιμα μέλη του Σ.Α. του ΟΗΕ, ανακοίνωσαν ότι δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουν τα τετελεσμένα του αλβανικού αλυτρωτισμού, ο οποίος δυστυχώς ενθαρρύνεται από την κυβέρνηση Μπους. Φαίνεται ότι οι ΗΠΑ θέλουν στα Βαλκάνια να εξευμενίσουν τους Μουσουλμάνους (Αλβανούς τώρα, Βόσνιους προσφάτως), διότι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έρχονται σε σύγκρουση με το Ισλάμ. Ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί και με κίνδυνο γενικότερης αναταραχής!
Η Σλοβενία , που προεδρεύει της Ευρ. Ενώσεως αυτό το εξάμηνο, είναι από τις πιο φιλοαμερικανικές χώρες στην Ευρώπη και δεν έχει αντίρρηση να ακολουθήσει την πολιτική των ΗΠΑ στο Κόσσοβο. ?λλωστε δεν έχει σημαντικές μειονότητες στο εσωτερικό της και δεν φοβάται το φαινόμενο του ντόμινο , δηλαδή την εμφάνιση σειράς αποσχιστικών κινημάτων στα πρότυπα των Κοσσοβάρων Αλβανών.
Η Κροατία θέλει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. και προφανώς προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια των ΗΠΑ . Αναγνωρίζει, λοιπόν, ανεξάρτητο Κόσσοβο έχοντας κατά νου ότι ναι , μεν, ζει μία σερβική μειονότητα στα κροατικά εδάφη, αλλά δεν θεωρείται ικανή ή διατεθειμένη να δημιουργήσει αποσχιστικά προβλήματα. Προς το παρόν, τουλάχιστον.
Η περίπτωση της Ουγγαρίας είναι πιο ενδιαφέρουσα και πιο περίπλοκη. Η αναγνώριση της «ανεξαρτησίας» του Κοσσόβου από την χώρα αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί απλουστευτικά με μόνη την επίκληση του φιλοαμερικανισμού των πρώην κομμουνιστικών κρατών. Η Ουγγαρία, έχω την αίσθηση ότι προσδοκά οφέλη ευρύτερα και ανομολόγητα από την ανεξαρτητοποίηση της σερβικής αυτής επαρχίας. Είναι γνωστό ότι στην Ρουμανία, στην Σλοβακία και στην Σερβία ζουν σημαντικές κοινότητες με ουγγρική εθνική συνείδηση. Μεγαλύτερη είναι η ουγγρική μειονότητα της Ρουμανίας, στην περιοχή της Τρανσυλβανίας. Η ουγγρική αντίληψη περί έθνους και συνόρων λέει εδώ και 90 χρόνια ότι μετά την διάλυση της Αυστρουγγαρίας το 1918 η Ουγγαρία είναι η περισσότερο αδικημένη από την διανομή των εδαφών . Οι Ούγγροι πιστεύουν ότι τα φυσιολογικά τους σύνορα, αυτά που δικαιούνται ιστορικώς και εθνολογικώς, δεν είναι τα σημερινά, αλλά πρέπει να διευρυνθούν εδαφικά. Θα περίμενε κανείς ότι αυτές οι αντιλήψεις θα περιορίζονταν με την ένταξη της χώρας στην Ευρ. Ένωση. Όμως παρατηρούμε ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Μόνο στην Ελλάδα, άλλωστε υπάρχει η αντίληψη ότι για να είσαι καλός Ευρωπαίος πρέπει να μη μιλάς για τα εθνικά και ιστορικά θέματά σου.
Το Νοέμβριο του 1991 ο Ούγγρος Πρωθυπουργός Γιόζεφ ?νταλλ, ένας από τους πρώτους της μετακομμουνιστικής εποχής είχε τονίσει δημοσίως ότι ναι μεν προέχει η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και η πορεία προς την Ευρώπη, αλλά παραλλήλως η Ουγγαρία ενδιαφέρεται εντόνως για τις ουγγρικές μειονότητες στην Τρανσυλβανία, στη Βοϊβοντίνα και αλλού. Τα θυμίζουμε όλα αυτά για να εκφράσουμε το ερώτημα: Μήπως η ουγγρική κίνηση για αναγνώριση του Κοσσόβου υποκρύπτει την επιθυμία για αντίστοιχη αυτονόμηση ή και απόσχιση των ουγγρικών μειονοτήτων στην περιοχή; Μακάρι να διαψευσθούμε, αλλά καλό είναι η Σερβία, η Ρουμανία και η Σλοβακία να έχουν την προσοχή τους τεταμένη.
Η Βουλγαρία είναι το μεγάλο αίνιγμα. Θα περίμενε κάποιος που σκέπτεται λογικά να μην αναγνωρίσουν οι βόρειοι γείτονές μας το «ανεξάρτητο» Κόσσοβο, διότι θα έχουν κατά νου την μεγάλη μουσουλμανική μειονότητα που ζει στην χώρα τους. Το 8% του βουλγαρικού πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι και αυξάνονται ραγδαία λόγω υψηλής γεννητικότητος. Δεν φοβάται η Σόφια αποσχιστικές κινήσεις μετά τον ασκό του Αιόλου που άνοιξε το Κόσσοβο με τις πλάτες των ισχυρών; Μία πρώτη απάντηση θα ήταν ότι η Σόφια σήμερα ακολουθεί μία φιλοατλαντική γραμμή ως νεοφώτιστο μέλος του ΝΑΤΟ. Όμως υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Η μουσουλμανική μειονότητα έχει αποκτήσει μεγάλη πολιτική επιρροή αναντίστοιχη προς το μέγεθός της. Με το κόμμα Δικαιωμάτων και Ελευθεριών και με την διακριτική καθοδήγηση της ?γκυρας οι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας έχουν καταστεί ρυθμιστές των κρισιμοτέρων επιλογών και εκλογών.

Για να σχηματισθεί κυβέρνηση ή για να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι σχεδόν απαραίτητη η στήριξη από το μουσουλμανικό κόμμα. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η συγκεκριμένη απόφαση της Βουλγαρίας να εκφράζει αυτήν την σημαντική επιρροή της μουσουλμανικής μειονότητος, η οποία κατορθώνει μερικές φορές να υπαγορεύει ή και να αλλοιώνει την εξωτερική πολιτική της Σόφιας. Η απόφαση αυτή, πάντως, αναμένεται να προκαλέσει την αντίδραση πολλών Βουλγάρων πολιτών και πολιτικών, οι οποίοι φοβούνται μία μελλοντική αποσχιστική κίνηση των μουσουλμάνων στο νότιο τμήμα της χώρας. Αξίζει αν αναφέρουμε ότι οι Βούλγαροι μοναχοί της Μονής Ζωγράφου του Αγίου Όρους απέστειλαν ανοικτή επιστολή προς τους ηγέτες της Βουλγαρίας και ζητούν να ΜΗΝ αναγνωρισθεί η αυθαίρετη «ανεξαρτησία» του Κοσσόβου.
Ορισμένοι προέβλεψαν ότι ενός Κοσσόβου μύρια έπονται. Συντόμως θα ξέρουμε αν θα δικαιωθούν.
 

Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή Πραγματικότητα;

March 26, 2008

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»
( Στήβεν Ράνσιμαν )

Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες -αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.

Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής : «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους ( Ρούμ μιλλέτ = Το Γένος των Ρωμηών ), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής : Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος. Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.

Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α` στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α` εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Από τις αρχές του 16ου αιώνος γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που δυσκόλευε την υλοποίηση των προνομίων των Χριστιανών. Οι ζηλωτές αυτοί του φανατικού Ισλάμ εστράφησαν γενικά εναντίον κάθε μορφής εκπαιδεύσεως, που δεν ακολουθεί το Κοράνι. Υπό την επιρροή τους βρέθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ` (1623-1640), ενώ οι οπαδοί της ίδιας ιδεολογίας επέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι σε μια περίοδο κατά την οποία διώκονταν ακόμη και μουσουλμάνοι εραστές της μορφώσεως, πόσο δύσκολο θα ήταν σε Χριστιανούς να διδάσκουν και να διδάσκονται ελευθέρως την πίστη, την ιστορία και την εθνική ταυτότητά τους. Σε τέτοιες σκοτεινές εποχές δημιουργήθηκε η ανάγκη για Κρυφά Σχολειά . Σε τέτοια δύσκολα χρόνια, για τα οποία ο Γάλλος Ιησουΐτης Richard ( Ρισάρ ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» ( ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ . 10, Αθήνα 1974, σ. 150).

Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ` αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ` σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ` ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία. Αλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν! Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Αγιον Όρος!

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.

Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux ( Πυώ ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).

Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό» :

Μη σκιάζεστε στα σκότη!
Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!

Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του :

«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν . Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι ` ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών. Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,… τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας…» ( ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α`, Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες! Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό !

Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποοχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα. Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού . Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «… Αλλ ` η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ` ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».

Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά . Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων :

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράγματα.

» Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ` ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».

Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό . Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann ( Τάκερμαν ), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. ʼλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία! Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ`, 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» και δέχεται ότι «σ` όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο». Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!

Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο. Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.

Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός – Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.

Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ . Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ` άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι… από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων . Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ` αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι `περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».

Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).

Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες – σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή… ʼραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ` ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β`, τόμος Β`, Θεσσαλονίκη 1976).

Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μας. Και μέσα σ` αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού . Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.
 

NATO policy papers released in advance of The Bucharest Conference, April 1-3

March 25, 2008

~Focus on Afghanistan, enlargement, Russia, and cyber defense ~

BUCHAREST, Romania (April 25, 2008) – In advance of the Bucharest Conference, taking place April 1-3, ahead of the official 2008 NATO Summit in Bucharest, the German Marshall Fund of the United States (GMF), Romanian Ministry of Foreign Affairs, and Chatham House announce the release of The Bucharest Conference Papers.

Edited by Robin Shepherd of Chatham House, the Bucharest Conference Papers highlight some of the core issues and obstacles that confront NATO. These expert analyses are of particular importance to policymakers, governments, media, and think tanks in assessing these issues and providing a framework of cooperation that could result, if not in a stronger alliance, then at least in a more open one. These policy papers will also frame the conversation and shape the topics on the agenda for the Bucharest Conference.

This Bucharest Papers are available on the Bucharest Conference website and hard copies will be available at the Bucharest Conferece, April 1-3. Papers include:
NATO and Afghanistan: Saving the State-Building Enterprise
By Daoud Yaqub, Research Scholar, Centre for Arab and Islamic Studies (The Middle East and Central Asia)
Australian National University and Dr. William Maley, Professor and Director, Asia-Pacific College of Diplomacy, Australian National University

Afghanistan presents NATO with both its greatest opportunity and its most pressing threat. An alliance established to secure Europe from the might of the Soviet Union at a time dominated by Cold War tensions is now struggling to find its direction in a very different environment, and is under pressure to transform its way of operating at both military and political levels. If NATO’s Afghanistan mission comes to be seen as a failure, it is difficult to envisage other constructive purposes to which the alliance might readily be put in a post-Soviet world. This paper focuses on the NATO mission in Afghanistan and its future success.

NATO Expansion and Modern Europe
By Bruce P. Jackson, President, Project on Transitional Democracies

Focusing on the enlargement debate and what it means for Europe, this paper addresses two critical  questions that NATO will be faced with as it prepares for the 2008 April Summit in Bucharest. The first is whether to invite Albania, Croatia, and Macedonia to join NATO, a decision that is the culmination of a 15-year effort to end the wars that followed the breakup of Yugoslavia. The second is what relationship Ukraine and Georgia should have with NATO. Would they be set on a course that could lead to eventual NATO membership, or would they be excluded?
An Evolving NATO: Pro-Democracy or Anti-Russia?
By Robin Shepherd, Senior Research Fellow for Europe, Chatham House and Dr. Paul Cornish, Carrington Chair in International Security, Head of the International Security Programme, Chatham House

This paper focuses on the competing narratives of NATO—pro-democracy or anti-Russia—and asks the question of which stands up to scrutiny. Has NATO genuinely transformed itself from the days of the Cold War, when it was locked into an adversarial partnership with the former Soviet Union and the Warsaw Treaty Organization, into a benign and stabilizing presence in Europe and beyond? Or, conversely, does an enlarged and enlarging NATO, with ever more impressive military and communications capability and a predilection for political outreach and interventionist (or “expeditionary”) military operations beyond its original treaty area, represent a security threat to Russia?
NATO and Global Cyber Defense
By Dr. Rex B. Hughes, Research Associate, Communications Research Network, Cambridge University

This paper discusses the initial NATO response to cyber defense while also examining other relevant issues that NATO policy planners need to consider as the alliance attempts to build sufficient capacity and expertise both to deter and to defend against future cyber attacks. As with other post-Cold War threats, cyber defense is an area where traditional lines of authority between civilian and military organizations have become blurred. Upon developing an effective cyber defense strategy, NATO planners would be wise to think far outside of traditional military culture. As recent events have shown, cyber enemies could span the spectrum from sophisticated terrorists to geeky teenagers.
 

Source: GMC

Del Ponte accusing Kosovo Albanians: Taking and selling organs from abducted people

March 21, 2008

The Hague Prosecution learned while investigating war crimes committed by the Kosovo Liberation Army against Serbs and other ethnic communities that people that disappeared in 1999 in Kosovo were subjected to surgery in which their kidneys and other organs were taken from them and then the smugglers were selling them to foreign clinics, Carla Del Ponte, former chief prosecutor of the Hague Tribunal wrote in her book ‘Hunt’.

‘The victims were most likely abducted after NATO bombing when international peace-keeping forces were already deployed in Kosovo’. Even high KLA members were involved in the operation of smuggling of organs, Del Ponte writes but do not specify their names.
She further writes that a group of ‘reliable’ journalists told the investigators and UNMIK officials that in summer of 1999 Kosovo Albanians transported by trucks about 300 abducted non-Albanians in camps in Kukes and Tropoja in the north of Albania. Younger and healthy prisoners were medically examined and detained in Burel and in the neighborhood.
In one room that was used as an operating theatre, the surgeons were taking organs from the victims. Via Rinas airport near Tirana the organs were transported to clinics abroad for clients that paid for them. One source claimed to have personally participated in one of such deliveries at the airport.
The victims left with one kidney were kept locked and later on killed for other organs.
‘Other prisoners in the barrack knew what was to happen to them’, Del Ponte wrote.
Among female prisoners there were women from Kosovo, Albania, Russia and former Yugoslav republics. Two sources claimed to have been helping in the burial of victims at a nearby cemetery…

Source: Blic

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη του Ν. Γκατζογιάννη στο “Νέο Κόσμο” της Αυστραλίας

March 17, 2008

Aναδημοσίευση από το http://www.sofiatimes.com/

“Οι πικρές εμπειρίες της παιδικής μου ηλικίας με έχουν στρέψει κατά των απολυταρχικών καθεστώτων και των φανατικών ιδεολογιών”, λέει ο Νικόλαος Γκατζογιάννης.Ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας σήμερα είναι πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ηπειρωτών Εξωτερικού, ένα παγκόσμιο όργανο που διασυνδέει και συντονίζει τους Ηπειρώτες των πέντε ηπείρων. Με αυτή την ιδιότητα βρέθηκε στην Αυστραλία όπου μίλησε για όλους και για όλα σε συνέντευξή του στην ομογενειακή εφημερίδα “Νέος Κόσμος”. Μιλώντας για την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας είπε: “Ζητήσαμε και εξακολουθούμε να ζητάμε την απογραφή των εθνικών μειονοτήτων της Αλβανίας, αίτημα που απορρίπτεται από τις αλβανικές κυβερνήσεις οι οποίες, ενώ αρνούνται την απογραφή του Ελληνισμού της Αλβανίας ζητούν από τις κυβερνήσεις άλλων χωρών την απογραφή των πολιτών τους, αλβανικής καταγωγής, για να στηρίξουν τα δικαιώματά τους.
Ζητάμε επίσης μεγαλύτερη εκπροσώπηση των Ελλήνων της Αλβανίας στη δημόσια διοίκηση της χώρας και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των αδελφών μας, που τους αφαίρεσαν οι αλβανικές κυβερνήσεις.
Επαναλαμβάνω, επιτύχαμε πολλά με τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Εξακολουθούμε να παλεύουμε, όμως, για την πλήρη δικαίωση των Ελλήνων της Αλβανίας. Εκτιμάμε, γενικά, ότι η αυτονόμηση του Κοσσυφοπεδίου είναι αποσταθεροποιητική εξέλιξη στα Βαλκάνια, που ενδέχεται να έχει θετικά και αρνητικά αποτελέσματα για μας. Θεωρώ, ότι η αυτονόμηση του Κοσόβου θα μας δώσει τη δυνατότητα να πιέσουμε την κυβέρνηση της Αλβανίας να δώσει στους Έλληνες τα δικαιώματα που διεκδικεί από τη Σερβία για τους δικούς της πολίτες.
Την ημέρα που η Αλβανία θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα εξαφανιστούν τα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας. Η Νότια Αλβανία θα γίνει “ελληνική”. Είναι, ήδη, ελληνική πολιτισμικά. Δεν θα είναι ελληνική γεωγραφικά, αλλά θα είναι ελληνική πολιτισμικά, οικονομικά και καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της περιοχής με την οποία η Αλβανία μπορεί να συνεργάζεται πολιτισμικά και οικονομικά και θεωρώ απόλυτα επιτυχημένη την προσπάθειά μας να κρατήσουμε το κομμάτι αυτό της Αλβανίας ελληνικό και ηπειρωτικό.
Αν διασφαλίσουμε, μακροπρόθεσμα, τα δικαιώματα των ομογενών μας θεωρώ ότι θα έχουμε επιτύχει το στόχο μας, διότι στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας τα σύνορα δεν έχουν, πλέον, ιδιαίτερη σημασία”.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξή του ο Ν. Γκατζογιάννης υπερασπίστηκε για άλλη μια φορά το βιβλίο του “Ελένη” όταν ρωτήθηκε για τις επικρίσεις που έχει δεχθεί λέγοντας: “Μένω άφωνος, κάθε φορά που με ρωτούν για το βιβλίο αυτό. Κυρίως, διότι οι περισσότερες ερωτήσεις εστιάζουν στην περιορισμένη κριτική που του έγινε, αντί των επαίνων και του λογοτεχνικού βραβείου που απέσπασε.
Το φαντάζεστε; Το βιβλίο που έγραψε ένα συγγραφέας, που μέχρι δέκα χρόνων δεν ήξερε ούτε μία αγγλική λέξη, τιμήθηκε με το σημαντικότερο βραβείο αγγλικής λογοτεχνίας από το Royal Literature Society. Τιμήθηκε με πολλά άλλα βραβεία, έχει μεταφραστεί σε 29 γλώσσες, έγινε κινηματογραφική ταινία και παραμένει σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου. Μένω κατάπληκτος, λοιπόν, από το γεγονός, ότι κάποια άτομα αγνοούν τις επιτυχίες του βιβλίου και εστιάζουν στην ελάχιστη κριτική που του έγινε.
Το βιβλίο “Ελένη” κυκλοφόρησε πριν 25 χρόνια και δεν έχει βρεθεί ένας άνθρωπος να διαψεύσει, έστω και μία γραμμή, από αυτά που έγραψα.
Γιατί; Διότι αυτά που έγραψα είναι αληθινά, είναι πραγματικά και εγράφησαν με θαυμάσιο τρόπο. Αυτά που έγραψα, λοιπόν, είναι αυτά που έζησα στην περιοχή που έζησα σαν παιδί. Δεν έκρυψα τίποτα, δεν προσέθεσα τίποτα από αυτά που έζησα. Αν, δε, άλλοι άνθρωποι έχουν άλλες εμπειρίες ας τις γράψουν για να γίνουν, κι αυτές, γνωστές. Δεν είχα ιδεολογικά κίνητρα. Ήμουνα και εξακολουθώ να είμαι κάθετα εναντίον δικτατορικών καθεστώτων, τα οποία θέτουν τις ιδεολογίες τους πάνω από τους ανθρώπους. Πιστεύω, δε, ότι κάθε λογικός άνθρωπος οφείλει να εναντιώνεται σε τέτοια καθεστώτα.
Ίσως να μην το γνωρίζετε, αλλά μπορείτε να το επιβεβαιώσετε. Κατά τη διάρκεια της χούντας έγραψα τις περισσότερες κριτικές κατά των δικτατόρων, από κάθε άλλο δημοσιογράφο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντιτάχθηκα στη χούντα τόσο δυναμικά, όσο αντιστάθηκα στο σταλινικό καθεστώς.
Οι πικρές εμπειρίες της παιδικής μου ηλικίας με έχουν στρέψει κατά των απολυταρχικών καθεστώτων και των φανατικών ιδεολογιών”.

More: www.sofiatimes.com/
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ – Σ. Χατζημανώλης

World Defence Update

March 15, 2008

US tanker contract award faces backlash
The US Air Force’s (USAF’s) decision to choose a team of Northrop Grumman and EADS North America to build 179 aerial refuelling aircraft has been strongly criticised by some US lawmakers. Boeing’s KC-767 was widely expected to win the award because of its domestic production base and the company’s experience in building the USAF’s old KC-135 Stratotanker fleet
DCNS eyes ‘new avenues of growth’
France’s DCNS will undertake a fresh drive for export contracts and embark on a cost-cutting exercise this year to compensate for current uncertainty over warship sales to the French Navy and a shortfall in new bookings in 2007. DCNS Chief Executive Jean-Marie Poimboeuf said fresh orders in 2007 fell to EUR1.86 billion (USD2.8 billion) as opposed to EUR2.59 billion the previous year and predicted that the drop could result in a 10 per cent decrease in the yard’s global turnover in 2008

US upgrades Aegis and SM-3 for anti-satellite role
The US Navy’s (USN’s) first shootdown of a satellite, on 20 February 2008, was the result of a rapid programme to upgrade and tailor the Lockheed Martin Aegis combat system and Raytheon Standard Missile 3 (SM-3) interceptors for the one-off engagement. Both manufacturers were contacted by the United States Missile Defense Agency (MDA) in early January, and then spent the next six weeks prototyping and modelling the engagement with a mixed team of around 200 people drawn from industry and the navy
Raytheon upgrades more US Navy ships for ESSM integration
Eight more US Navy (USN) aircraft carriers and amphibious assault ships are to be fitted with kits to facilitate integration of the Evolved SeaSparrow Missile (ESSM) for medium-range air defence. Under a USD17.8 million contract modification, Raytheon will provide eight Ordinance Alteration (ORDALT) kits for the Mk 57 MOD 12/13 fire-control system, the Mk 73 solid-state transmitter and the Mk 29 guided-missile launch system, to enable the ships to upgrade to ESSM from the existing NATO SeaSparrow Surface Missile System (NSSMS)

US Army boosts civilian role in wargames

The US Army is increasing civilian involvement in planning exercises and wargames as part of a fresh focus on stability operations. The army has updated its basic doctrinal manual ‘FM 3-0 Operations’, placing stability operations and civil support on a par with offensive and defensive combat missions for the first time. Army chiefs believe the service is entering an era of “persistent conflict” that will require the US Army to be heavily involved in reconstruction and nation-building operations, but they also acknowledge that military force alone is not adequate for dealing with such situations
Sri Lanka nears MiG-29 purchase

Sri Lanka is in advanced talks with Russia over the procurement of five MiG-29 fighter aircraft, the head of the country’s state-owned procurement agency has said. Jayantha Wickramasinghe, chief executive officer of Lanka Logistics and Technologies Limited – the company was created by the Sri Lankan Ministry of Defence in 2007 to procure equipment for the armed forces – said that the acquisition of four MiG-29SM and one MiG-29UB fighters was “well under way”

New multipurpose gun-missile system emerges from Belarus

The Belarus company Tetraedr is developing a new multipurpose gun-missile system. Designated A3 (Anti-air, Anti-armour, Anti-terrorism), it will be offered in two versions: one based on a wheeled chassis and a second on a tracked vehicle. Naval applications are also being proposed
Israel reveals Barak 8 design
Israel Aerospace Industries (IAI) has provided a brief glimpse of the configuration of its new Barak 8 naval surface-to-air missile, writes Doug Richardson . During a visit to IAI on 28 January, Israeli Defence Minister Ehud Barak and Pinchas Buchris, director general of the Israeli Ministry of Defence (MoD), received a secret presentation of future developments and were shown a mock-up of the Barak 8
Source: Jane’s defence journal
 

Climate change could threaten food security – FAO report

March 11, 2008

http://www.irinnews.org/report.aspx?ReportID=77215
A report by UN Food and Agriculture Organization (FAO), entitled Climate Change: Implications for Agriculture in the Near East, has said the food security of those who are poor, malnourished or dependent on local food production could be adversely affected by climate change.

“Climate change will affect food security in all its four dimensions – food availability, food accessibility, food stability and food utilisation,” Will Killmann, chairman of FAO’s working group on climate change, told IRIN on 10 March.

“Food security is particularly threatened in the already vulnerable regions – sub-Saharan Africa, South Asia and parts of the Middle East,” he said.

Shifts in rainfall patterns could affect crops, particularly rice, in many countries in the region, said the FAO report, which has singled out Yemen as being particularly at risk because of its endemic poverty, rapidly growing population and acute water shortages.

High food prices are on everyone’s lips across the Middle East. On 3 March Prime Minister of Bahrain Shaikh Khalifa Bin Salman al-Khalifa used his weekly meeting with officials and ordinary people to address the issue of food security in the region: “We need to draw lessons from the current spiralling inflation hitting the world and start seriously to think about ensuring food security in the Arab world,” he said.

Risk of social unrest

Food security experts in the region warn that if regional food prices are not contained social unrest could occur. “In principle, increasing food insecurity can trigger resource-based conflict – be it agricultural or be it food,“ Kilmann said.

Recent incidents in Egypt highlight the vulnerability of the Middle East region to the vagaries of reduced agricultural production and the rise in food prices: Two people were killed as they fought over a place in a queue for cheap, subsidised bread in Helwan, southern Cairo; Egypt’s semi-official newspaper Al Ahram reported that a man doused a bakery with petrol before setting it alight after its owner refused to sell him bread; and a few days later, on 11 March, Al Ahram reported that the number of people who had died in bread queues (so-called “bread martyrs”) had reached 10.
Egypt, the world’s second-largest importer of wheat, subsidises wheat, flour and bread at an annual cost of US$2.74bn to the state (New York Times, 17 January 2008). Economists have said the subsidies distort the economy and some within the government have reportedly been talking of a reduction in basic food subsidies. The last time the Egyptian government attempted to do that – in 1977 – there were street riots in which the police killed over 70 protesters. Bread prices in Egypt increased by 36.5 percent from February 2007 to February 2008.

In the past few weeks, there have been food riots or demonstrations – albeit on a smaller scale – against rising food prices in a number of countries in the region, including Bahrain, Jordan, Lebanon, Morocco, Saudi Arabia and Yemen. A number of people have died in clashes with security forces. A clash in Beirut on 27 January between the Lebanese Army and a group of Shia protesters in which seven people were killed started with demonstrations over rising bread prices and power cuts.

On 6 March, while visiting the European Union in Brussels, the executive director of the UN World Food Programme, Josette Sheeran, warned that high food prices and resulting inflation would continue at least for the next two years, fuelling discontent on the streets of poorer nations.

“Our assessment is that the current level will continue for the next few years… in fact rise in 2008 and 2009 and probably [go on] at least until 2010,” she said.
“Newly hungry”

Sheeran mentioned the effects of climate change as being one of the factors that have led to high food prices and what she called the “newly hungry”.

“This is leading to a new face of hunger in the world, what we call the newly hungry. These are people who have money, but have been priced out of being able to buy food,” she said. “Higher food prices will increase social unrest in a number of countries which are sensitive to inflationary pressures and are import-dependent. We will see a repeat of the riots we have already seen on the streets of Burkina Faso, Cameroon and Senegal.”
Over 25,000 people die from hunger or related illnesses every day across the world, with one child dying every five seconds, according to WFP.

The situation could, in fact, worsen as FAO has warned that crop growing may become unsustainable in some areas as a result of the complex interactions of myriad factors. It said maize yields in north Africa, for example, could fall by 15-25 percent with a three degree centigrade rise in temperature.

A number of Gulf states have introduced price controls, including food subsidies and caps on rent increases, to offset the impact of price rises on their populations. The Omani Chamber of Commerce and Industry, for example, proposed on 9 March that food suppliers should control price rises by introducing ceilings on nine basic food items, including rice, wheat flour, sugar, lentils, cooking oil, tea, milk powder, evaporated milk and ghee.
Source: IRIN